Όταν τα φύλλα της ελιάς καλύπτονται από μαύρη σκόνη, το πρώτο που σκέφτονται οι περισσότεροι είναι ένα μυκητοκτόνο. Η μαύρη σκόνη είναι η καπνιά, όμως η καπνιά δεν είναι η αιτία του προβλήματος αλλά το αποτέλεσμά του. Αναπτύσσεται πάνω στις κολλώδεις, σακχαρούχες εκκρίσεις κοκκοειδών εντόμων, με συχνότερο το λεκάνιο (Saissetia oleae). Όσο τα έντομα τρέφονται, η καπνιά επιστρέφει, ό,τι κι αν ψεκαστεί πάνω της. Η λύση βρίσκεται στο έντομο, και ειδικά σε ένα σύντομο στάδιο της ζωής του, το μόνο στο οποίο ο ψεκασμός το φτάνει.
Τα νεαρά κοκκοειδή απομυζούν χυμούς και εκκρίνουν κολλώδη, γυαλιστερά μελιτώματα πάνω στα φύλλα. Στην αρχή τα δέντρα και τα φύλλα γυαλίζουν, και στη συνέχεια μαυρίζουν καθώς ο μύκητας της καπνιάς αναπτύσσεται πάνω στα μελιτώματα. Η κολλώδης αίσθηση στα φύλλα είναι συχνά το πρώτο που αντιλαμβάνεται κανείς, πριν δει τα ίδια τα έντομα.
Η ζημιά είναι διπλή. Το μαύρο στρώμα εμποδίζει το φως και μειώνει τη φωτοσύνθεση, ενώ τα ίδια τα έντομα εξασθενούν το δέντρο. Η συνεχής τροφοδοσία τους μειώνει την ανθοφορία της επόμενης χρονιάς, γι' αυτό μια προσβολή που αφήνεται φαίνεται στη σοδειά του επόμενου έτους.
Ψάξτε στα κλαδιά και στην κάτω επιφάνεια των φύλλων, στα πιο σκιερά σημεία της κόμης. Το ενήλικο θηλυκό λεκάνιο έχει διάμετρο περίπου 5 χιλιοστά, σκούρο καφέ ή μαύρο χρώμα και χαρακτηριστική προεξοχή σε σχήμα Η στη ράχη. Οι νεαρές μορφές είναι κίτρινες ως πορτοκαλί, πολύ μικρές, και για να τις δείτε χρειάζεστε φακό. Άλλα κοκκοειδή, με σκληρό, επίπεδο ασπίδιο, προσβάλλουν επίσης την ελιά, και στον καρπό αφήνουν κηλίδες με έντονο περίγραμμα. Αν αντί για κοκκοειδή βρείτε λευκές βαμβακώδεις μάζες πάνω στις ταξιανθίες την άνοιξη, το πρόβλημα είναι η βαμβακάδα, που μετριέται στις ταξιανθίες.

Φύλλο ελιάς με πυκνή αποικία μικρών, ανοιχτόχρωμων κοκκοειδών στην πάνω επιφάνεια.
Ο μύκητας της καπνιάς δεν προσβάλλει τους ιστούς του δέντρου και δεν τρέφεται από αυτό, αλλά από τα σάκχαρα των μελιτωμάτων. Ένα μυκητοκτόνο μπορεί προσωρινά να μειώσει τη μαύρη σκόνη, όμως όσο τα έντομα συνεχίζουν να εκκρίνουν, η καπνιά ξαναγυρίζει. Όταν περιοριστεί ο πληθυσμός των κοκκοειδών, σταματούν τα μελιτώματα και η καπνιά ξεπλένεται σταδιακά με τις βροχές και χάνεται με τη νέα βλάστηση.
Το ενήλικο θηλυκό προστατεύεται από κάλυμμα που δεν αφήνει το σκεύασμα να το φτάσει. Κάτω από αυτό γεννά τα αυγά του, από τα οποία βγαίνουν μικροσκοπικές προνύμφες, οι κινητές μορφές, που μετακινούνται στο δέντρο για να βρουν θέση. Μόνο τότε είναι εκτεθειμένες, και τα νεαρά στάδια είναι τα πιο ευάλωτα στα σκευάσματα.
Η στιγμή αυτή εντοπίζεται με δίπλευρη κολλητική ταινία τυλιγμένη γύρω από κλαδιά κοντά στα σημεία όπου βρίσκονται τα κοκκοειδή. Τοποθετείτε μερικές ταινίες σε προσβεβλημένα κλαδιά διαφορετικών δέντρων και τις ελέγχετε με φακό κάθε λίγες ημέρες. Όταν πάνω τους αρχίσουν να κολλάνε οι μικρές κίτρινες ή πορτοκαλί προνύμφες, έχει ξεκινήσει η έξοδος των κινητών μορφών. Επειδή οι κινητές μορφές δεν βγαίνουν όλες μαζί, αλλά σε διάστημα εβδομάδων, μπορεί να χρειαστούν περισσότερες από μία εφαρμογές.
Ο αριθμός των γενεών καθορίζει πόσα παράθυρα έχετε. Το λεκάνιο κάνει συνήθως μία γενιά τον χρόνο στις θερμές εσωτερικές περιοχές και περισσότερες στις δροσερότερες παραθαλάσσιες, οπότε στους παραθαλάσσιους ελαιώνες η ταινία παρακολουθείται για μεγαλύτερο διάστημα μέσα στη χρονιά.
| Τι δείχνει η ταινία | Τι σημαίνει | Τι κάνετε |
|---|---|---|
| Καμία προνύμφη | Τα έντομα βρίσκονται ακόμη κάτω από τα καλύμματα | Κανένας ψεκασμός, συνέχιση του ελέγχου |
| Οι πρώτες κίτρινες προνύμφες | Ξεκινά η έξοδος των κινητών μορφών | Προετοιμασία για ψεκασμό |
| Πολλές προνύμφες σε διαδοχικούς ελέγχους | Κορύφωση της εξόδου | Ψεκασμός, με πιθανή επανάληψη |
Η βασική επιλογή είναι τα φυτικά ή ορυκτά έλαια, που καλύπτουν και ασφυκτιούν τα έντομα. Ένα ορυκτό έλαιο στενού εύρους εφαρμόζεται σε υψηλό όγκο ψεκασμού, πέρα από το σημείο απορροής, ενώ το κραμβέλαιο σε συγκέντρωση 1% αποτελεί εναλλακτική επιλογή μη πετρελαϊκής προέλευσης για την ελιά. Τα έλαια δεν εφαρμόζονται σε θερμοκρασίες πάνω από 30 βαθμούς ούτε σε διψασμένα ή εξασθενημένα δέντρα, γιατί προκαλούν φυτοτοξικότητα, και δεν αναμειγνύονται με χαλκούχα σκευάσματα, όπως εκείνα του ψεκασμού για το κυκλοκόνιο, κοντά στην ανθοφορία.
Η κάλυψη πρέπει να φτάνει στο εσωτερικό της κόμης, στις μασχάλες των φύλλων και στις ρωγμές του φλοιού, όπου κρύβονται τα έντομα. Σε σοβαρές προσβολές εξετάζονται εντομοκτόνα εγκεκριμένα για την ελιά και τον συγκεκριμένο εχθρό, με προτίμηση σε όσα επιβαρύνουν λιγότερο τα ωφέλιμα. Σε ελαιώνες με ιστορικό, ο ψεκασμός που γίνεται για την καρπόβια γενιά, μετά την παρακολούθηση του πυρηνοτρήτη, καλύπτει συχνά και τα κοκκοειδή.
Το λεκάνιο προτιμά τα πυκνά, ακλάδευτα σημεία του δέντρου, ενώ τα ανοιχτά και αεριζόμενα δέντρα σπάνια φιλοξενούν πληθυσμούς. Οι σοβαρές προσβολές συγκεντρώνονται σε δέντρα με κλειστή κόμη και σε παραμελημένους ελαιώνες. Το κλάδεμα που ανοίγει την κόμη είναι επομένως το αποτελεσματικότερο μέτρο, και σε πολλούς ελαιώνες αρκεί μαζί με τους φυσικούς εχθρούς για να μη χρειαστεί ψεκασμός. Τα έντονα προσβεβλημένα κλαδιά κόβονται με κλαδευτικά και απομακρύνονται από τον ελαιώνα. Η υπερβολική αζωτούχος λίπανση αποφεύγεται, γιατί δίνει πυκνή, τρυφερή βλάστηση που φιλοξενεί μεγαλύτερους πληθυσμούς.
Τα μυρμήγκια τρέφονται από τα μελιτώματα και προστατεύουν τα κοκκοειδή από τους φυσικούς τους εχθρούς. Αν βλέπετε πολλά μυρμήγκια να ανεβαίνουν στον κορμό, ο περιορισμός τους βοηθά σημαντικά. Γίνεται με κολλώδη ζώνη γύρω από τον κορμό και με κλάδεμα που δεν αφήνει κλαδιά να αγγίζουν το έδαφος ή άλλα φυτά, ώστε τα μυρμήγκια να μη βρίσκουν «γέφυρες» προς την κόμη.
Το λεκάνιο δέχεται πίεση από παρασιτοειδή, όπως το Scutellista caerulea, και από αρπακτικά, όπως οι πασχαλίτσες και οι χρύσωπες. Σε πολλές περιπτώσεις ο βιολογικός έλεγχος αρκεί, εκτός αν οι φυσικοί εχθροί έχουν εξοντωθεί από ψεκασμούς ευρέος φάσματος για άλλους εχθρούς. Οι ψεκασμοί αυτοί οδηγούν συχνά σε εξάρσεις κοκκοειδών μεγαλύτερες από την αρχική προσβολή.
Από καπνιά, έναν μύκητα που αναπτύσσεται πάνω στα κολλώδη μελιτώματα κοκκοειδών εντόμων. Τα φύλλα γυαλίζουν αρχικά και έπειτα μαυρίζουν, οπότε η αιτία βρίσκεται στα έντομα και όχι στον μύκητα.
Όχι οριστικά. Ο μύκητας τρέφεται από τα σάκχαρα των μελιτωμάτων, οπότε όσο τα έντομα εκκρίνουν, η καπνιά επιστρέφει. Φεύγει όταν περιοριστούν τα κοκκοειδή, με τις βροχές και τη νέα βλάστηση.
Όταν βγαίνουν οι κινητές μορφές, που εντοπίζονται με δίπλευρη κολλητική ταινία γύρω από τα κλαδιά. Ψεκασμός εκτός αυτού του σταδίου δεν φτάνει τα έντομα κάτω από το κάλυμμά τους.
Κυρίως με έλαια που ασφυκτιούν τα έντομα. Ένα ορυκτό έλαιο στενού εύρους σε υψηλό όγκο ψεκασμού ή κραμβέλαιο 1%, πάντα σε θερμοκρασίες κάτω από 30 βαθμούς και σε δέντρα που δεν διψάνε.
Επειδή το λεκάνιο προτιμά τα πυκνά, ακλάδευτα σημεία, ενώ τα ανοιχτά δέντρα σπάνια φιλοξενούν πληθυσμούς. Το κλάδεμα που ανοίγει την κόμη είναι το αποτελεσματικότερο μέτρο πρόληψης.
Τρέφονται από τα μελιτώματα και προστατεύουν τα κοκκοειδή από τους φυσικούς εχθρούς. Ο περιορισμός τους με κολλώδη ζώνη γύρω από τον κορμό βοηθά τα ωφέλιμα να κάνουν τη δουλειά τους.
|
Για τα κοκκοειδή της ελιάς στο Farmclick
Δείτε τη γενική κατηγορία φυτοπροστασίας, τα εντομοκτόνα για τις σοβαρές προσβολές, τα βιολογικά φυτοπροστατευτικά και τα κλαδευτικά για το άνοιγμα της κόμης.
|
Ο αριθμός των γενεών και η στιγμή της εξόδου των κινητών μορφών διαφέρουν ανά περιοχή, υψόμετρο και χρονιά, οπότε τα παραπάνω λειτουργούν ως μέθοδος και όχι ως έτοιμο πρόγραμμα ψεκασμών. Σε ελαιώνες με έντονη προσβολή, ο χρονισμός καλό είναι να επιβεβαιώνεται μαζί με γεωπόνο και με τα δελτία του Περιφερειακού Κέντρου Προστασίας Φυτών της περιοχής.
Προηγούνται το κλάδεμα, ο περιορισμός των μυρμηγκιών και η προστασία των φυσικών εχθρών. Όταν χρειαστεί ψεκασμός, προτιμώνται τα έλαια, και χρησιμοποιούνται μόνο σκευάσματα εγκεκριμένα για την ελιά, σύμφωνα με τις οδηγίες της ετικέτας.
Άλλα άρθρα από την ίδια ενότητα.