Το βόριο είναι το ιχνοστοιχείο που κρίνει, σε μεγάλο βαθμό, την ανθοφορία και την καρπόδεση. Στην ελιά θεωρείται το σημαντικότερο ιχνοστοιχείο, γιατί επηρεάζει άμεσα τη γύρη και το δέσιμο του καρπού. Ταυτόχρονα, το βόριο έχει το πιο στενό περιθώριο ανάμεσα στην έλλειψη και την τοξικότητα από κάθε άλλο θρεπτικό στοιχείο, οπότε η σωστή δόση είναι εξίσου σημαντική με την ίδια την εφαρμογή.
Το βόριο συμμετέχει στη βλάστηση της γύρης, στην επικονίαση και στο δέσιμο του καρπού, στη μετακίνηση των σακχάρων και στη δομή του κυτταρικού τοιχώματος. Επηρεάζει επίσης τη διαφοροποίηση των ανθοφόρων οφθαλμών, δηλαδή το πόσα άνθη θα δώσει το φυτό την επόμενη χρονιά. Επειδή δεν μετακινείται εύκολα μέσα στο φυτό, η έλλειψη χτυπά πρώτα τα σημεία που αναπτύσσονται, δηλαδή τους ακραίους οφθαλμούς, τα νέα φύλλα και τα άνθη.
Τα πρώτα σημάδια είναι η νέκρωση των ακραίων οφθαλμών, η ανώμαλη βλάστηση με έκπτυξη πλάγιων οφθαλμών και η παραμόρφωση σε φύλλα και καρπούς. Στη συνέχεια εμφανίζονται καρπόπτωση, μικροί ή παραμορφωμένοι καρποί, φυλλόπτωση και ξήρανση βλαστών. Κάθε καλλιέργεια δείχνει την έλλειψη με τον δικό της τρόπο. Στα κραμβοειδή, όπως το κουνουπίδι και το μπρόκολο, οι μίσχοι γίνονται κούφιοι και φελλώδεις. Στα τεύτλα εμφανίζεται η γνωστή σήψη της καρδιάς, με σκουρόχρωμο και φελλώδη εσωτερικό ιστό. Στη μηλιά ο καρπός αναπτύσσει εσωτερική φελλώδη σήψη. Επειδή το βόριο δεν μετακινείται, η διάγνωση γίνεται σε νεαρά φύλλα. Στην ελιά, τα επιθυμητά επίπεδα στα φύλλα είναι περίπου 20 έως 50 ppm, ενώ τιμές κάτω από αυτό το εύρος δείχνουν έλλειψη.
Μεγάλες ανάγκες σε βόριο έχουν η ελιά, ο ηλίανθος, τα ζαχαρότευτλα, τα κραμβοειδή, η μηλιά, καθώς και λαχανικά όπως το σέλινο και το καρότο. Στον αντίποδα, ορισμένες καλλιέργειες είναι πολύ ευαίσθητες στην περίσσεια βορίου, με πιο χαρακτηριστικά τα φασόλια και τα μπιζέλια, όπου η εφαρμογή βορίου συνήθως αποφεύγεται. Αυτή η διαφορά κάνει τη γνώση της καλλιέργειας απαραίτητη πριν από κάθε επέμβαση.
Στην ελιά η διαφυλλική εφαρμογή βορίου λίγο πριν την άνθηση αυξάνει το ποσοστό καρπόδεσης, ακόμη και όταν δεν φαίνονται εμφανή συμπτώματα έλλειψης. Ο λόγος είναι ότι το βόριο βοηθά τη γονιμοποίηση των ανθέων και μειώνει την πρώιμη καρπόπτωση. Στην πράξη, οι ψεκασμοί γίνονται από το τέλος του χειμώνα ως την άνοιξη, ώστε το στοιχείο να είναι διαθέσιμο στο κρίσιμο στάδιο της διαφοροποίησης των οφθαλμών και της άνθησης. Μια φυλλοδιαγνωστική ανάλυση πριν την εφαρμογή δείχνει αν το δέντρο βρίσκεται όντως σε έλλειψη.
Ο διαφυλλικός ψεκασμός είναι ο πιο γρήγορος τρόπος και προτιμάται σε ασβεστούχα εδάφη, όπου η πρόσληψη από τη ρίζα είναι δύσκολη. Το βόριο εφαρμόζεται σε χαμηλή συγκέντρωση, που για ψεκασμούς μεγάλου όγκου δεν πρέπει να ξεπερνά το 0,25 έως 0,5%, και μπορεί να μοιραστεί σε περισσότερους από έναν ψεκασμούς. Έτοιμα διαφυλλικά βοριούχα σκευάσματα, όπως το Valagro Boroplus, βρίσκονται στην κατηγορία ιχνοστοιχεία.
Η εδαφική εφαρμογή γίνεται με βόρακα τον χειμώνα. Σε ένα πλήρως ανεπτυγμένο ελαιόδεντρο η δόση κυμαίνεται συνήθως από 300 έως 500 γραμμάρια, ενώ σε νεαρά δέντρα υπολογίζεται γύρω στα 10 γραμμάρια για κάθε έτος ηλικίας. Επειδή το βόριο παραμένει στο έδαφος για περισσότερο από μία καλλιεργητική περίοδο, η εδαφική εφαρμογή δεν επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο, αλλά κάθε τρία με τέσσερα χρόνια, ώστε να μη συσσωρευτεί σε τοξικά επίπεδα. Ο βόρακας πρέπει να απλώνεται ομοιόμορφα, γιατί η ανομοιόμορφη διασπορά δημιουργεί σημεία με τοξικές συγκεντρώσεις.
Το βόριο ξεχωρίζει γιατί η απόσταση ανάμεσα στην επαρκή και στην τοξική δόση είναι πολύ μικρή. Η τοξικότητα εμφανίζεται με κιτρίνισμα και νέκρωση που ξεκινούν από τις άκρες και τα περιθώρια των φύλλων, συχνά στα παλαιότερα φύλλα, και μπορεί να μοιάζει με άλλες διαταραχές. Στην Ελλάδα, η υπερεπάρκεια βορίου συνδέεται συχνά με σκληρό νερό άρδευσης πλούσιο σε βόριο και με επαναλαμβανόμενες, αλόγιστες εφαρμογές. Γι' αυτό, πριν από κάθε βοριούχο λίπανση, μια εδαφολογική ή φυλλοδιαγνωστική ανάλυση δείχνει αν πρόκειται πράγματι για έλλειψη και ποια δόση χρειάζεται.
Το πιο συχνό λάθος είναι η υπερβολική ή η κάθε χρόνο εδαφική εφαρμογή βορίου, που οδηγεί σε συσσώρευση και τοξικότητα. Δεύτερο λάθος είναι η εφαρμογή βορίου σε ευαίσθητες καλλιέργειες, όπως τα φασόλια και τα μπιζέλια. Τρίτο, η βοριούχος λίπανση χωρίς προηγούμενη ανάλυση, με το σκεπτικό ότι «δεν βλάπτει», ενώ στην πραγματικότητα το στενό περιθώριο ασφαλείας την καθιστά επικίνδυνη. Τέλος, η τοποθέτηση βόρακα σε γραμμές κοντά στον σπόρο αυξάνει τον κίνδυνο τοξικότητας και αποφεύγεται.
Πότε ρίχνουμε βόριο στην ελιά; Ο διαφυλλικός ψεκασμός γίνεται λίγο πριν την άνθηση, από το τέλος του χειμώνα ως την άνοιξη, γιατί τότε το βόριο ενισχύει τη γονιμοποίηση και το δέσιμο του καρπού. Η εδαφική εφαρμογή με βόρακα γίνεται τον χειμώνα.
Πόσο βόρακα βάζουμε σε ένα ελαιόδεντρο; Σε ένα ώριμο δέντρο περίπου 300 έως 500 γραμμάρια, ενώ σε νεαρά δέντρα γύρω στα 10 γραμμάρια ανά έτος ηλικίας. Η εδαφική εφαρμογή επαναλαμβάνεται κάθε τρία με τέσσερα χρόνια, όχι κάθε χρόνο.
Ποια είναι τα συμπτώματα της έλλειψης βορίου; Νέκρωση ακραίων οφθαλμών, παραμόρφωση φύλλων και καρπών, καρπόπτωση και ξήρανση βλαστών. Στα κραμβοειδή οι μίσχοι γίνονται κούφιοι, στα τεύτλα σαπίζει η καρδιά και στη μηλιά ο καρπός φελλώνει εσωτερικά.
Μπορεί το βόριο να γίνει τοξικό; Ναι, και μάλιστα εύκολα, γιατί το περιθώριο ανάμεσα στην επάρκεια και την τοξικότητα είναι πολύ στενό. Η υπερβολική δόση, το σκληρό νερό και οι κάθε χρόνο εφαρμογές οδηγούν σε συσσώρευση και ζημιά.
Χρειάζεται ανάλυση πριν βάλουμε βόριο; Ναι. Επειδή τα ίδια συμπτώματα μπορεί να σημαίνουν είτε έλλειψη είτε τοξικότητα, μια φυλλοδιαγνωστική ή εδαφολογική ανάλυση είναι ο ασφαλής τρόπος να αποφασίσουμε.
Βοριούχα σκευάσματα στο Farmclick Για διαφυλλική εφαρμογή πριν την άνθηση δείτε τα βοριούχα σκευάσματα στα ιχνοστοιχεία, όπως το Valagro Boroplus, καθώς και όλη την κατηγορία λιπάσματα, από προμηθευτές όλης της Ελλάδας |
Οι ανάγκες σε βόριο και το όριο τοξικότητας αλλάζουν ανάλογα με την καλλιέργεια, το έδαφος και την ποιότητα του νερού άρδευσης. Λόγω του στενού περιθωρίου ανάμεσα στην έλλειψη και την τοξικότητα, καμία βοριούχος λίπανση δεν πρέπει να γίνεται εμπειρικά. Πριν από κάθε επέμβαση, μια εδαφολογική και φυλλοδιαγνωστική ανάλυση, σε συνεργασία με γεωπόνο, καθορίζει αν υπάρχει έλλειψη και ποια δόση χρειάζεται. Τα λιπάσματα εφαρμόζονται σύμφωνα με τις οδηγίες της ετικέτας.
Άλλα άρθρα από την ίδια ενότητα.