Από τo 25ο τεύχος του περιοδικού «Επί Γης» της Τράπεζας Πειραιώς, με θέμα «Εκσυγχρονισμός για βιώσιμη ανάπτυξη».
Γράφει ο Ιωσήφ Μπιζέλης, Ομ. Καθηγητής, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Τη δεκαετία του 1990, ο κόσμος συνειδητοποίησε τη σημασία των τοπικών ποικιλιών φυτών και φυλών αγροτικών ζώων για την ανθρωπότητα, κυρίως για την παραγωγή πρώτων υλών, την κάλυψη διατροφικών αναγκών των τοπικών πληθυσμών και την προστασία των οικοσυστημάτων. Στην πρόσφατη έκθεση, για την παγκόσμια κατάσταση των ζωικών γενετικών πόρων, ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) των Ηνωμένων Εθνών αναφέρει 8.774 διαφορετικές φυλές αγροτικών ζώων και πτηνών στον κόσμο, από τις οποίες οι 7.718 είναι τοπικές φυλές, ανθεκτικές σε ακραίες συνθήκες, όπως πολύ υψηλές ή χαμηλές θερμοκρασίες, αυξημένη υγρασία, έλλειψη νερού, δυσκολία παροχής σταθερής ισόρροπης διατροφής, διαβίωση σε μεγάλο υψόμετρο ή ξηρό περιβάλλον κ.λπ.
Τις τελευταίες δεκαετίες, κυριάρχησε η εντατική κτηνοτροφία στις αναπτυγμένες χώρες, αλλά και στις περισσότερες αναπτυσσόμενες χώρες, όπου επικρατούν ακόμη εκτατικά συστήματα εκτροφής στηριζόμενα στη βόσκηση, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι κτηνοτρόφοι να αντικαθιστούν ή να διασταυρώνουν τις αυτόχθονες φυλές με ξένες βελτιωμένες φυλές που θεωρούνται περισσότερο παραγωγικές. Βέβαια, τα προσδοκώμενα οικονομικά οφέλη δεν επιτυγχάνονται πάντα, καθώς οι νεοεισερχόμενες, μη προσαρμοσμένες, φυλές δεν εκτρέφονται στο κατάλληλο για αυτές περιβάλλον και συνεπώς δεν έχουν τις ανάλογες αποδόσεις. Σήμερα, λίγες «κοσμοπολίτικες» βελτιωμένες φυλές κυριαρχούν σε όλες τις χώρες με αναπτυγμένη ή όχι ζωική παραγωγή, ενώ πολλές αυτόχθονες φυλές περιορίζονται δραματικά, σε σημείο να απειλούνται με εξαφάνιση ή ακόμη να έχουν ήδη εξαφανιστεί. Συγκεκριμένα, παγκόσμια το 7% των καταγεγραμμένων φυλών έχει ήδη εξαφανιστεί, το 75% βρίσκεται σε άγνωστη κατάσταση ή σε κίνδυνο εξαφάνισης και μόνο το 18% δεν διατρέχει κίνδυνο.
Στη χώρα μας, το ιδιόμορφο γεωγραφικό ανάγλυφο, η ποικιλότητα των κλιματικών συνθηκών, οι διαφορετικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, καθώς και τα ήθη και έθιμα της κάθε περιοχής, είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία, με φυσική και ζωοτεχνική επιλογή, σημαντικού αριθμού τοπικών φυλών αγροτικών ζώων. Οι αυτόχθονες ελληνικές φυλές έχουν μοναδικά χαρακτηριστικά, όπως η ανθεκτικότητα σε αντίξοο περιβάλλον, η δυνατότητα αξιοποίησης των πτωχών, άγονων εκτάσεων και βοσκοτόπων της χώρας, η αντίσταση σε ασθένειες και παρασιτώσεις, η ικανότητα επιβίωσης με περιορισμένη ποσότητα τροφής και νερού, η ευκολία διαχείρισής τους και η δυνατότητα παραγωγής προϊόντων, κυρίως γάλακτος και κρέατος, με μοναδικά ποιοτικά χαρακτηριστικά.
Επομένως, οι αυτόχθονες ελληνικές φυλές έχουν μεγάλη εθνική αξία ως μοναδικοί γενετικοί πόροι, η απώλεια των οποίων δεν είναι αναστρέψιμη. Ακόμα, έχουν μεγάλη οικονομική σημασία διότι από αυτές παράγονται ιδιαίτερα προϊόντα με προστιθέμενη αξία, ενώ έχουν ανεκτίμητη αξία ως πολιτιστική κληρονομιά του τόπου μας.
Στην Ελλάδα, αν και οι αυτόχθονες φυλές μηρυκαστικών είναι καλά προσαρμοσμένες στις τοπικές συνθήκες, οι πληθυσμοί τους βρίσκονται σε πολύ χαμηλά επίπεδα και αποτελούν μόνο ένα μικρό μέρος του συνολικού πληθυσμού των εκτρεφόμενων αγροτικών ζώων. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει τον κίνδυνο απώλειας της υπάρχουσας αγροτικής βιοποικιλότητας της χώρας μας και συνεπώς τη μεγάλη ατομική, συλλογική και εθνική ευθύνη για τη διατήρησή τους.
Σήμερα, από τις 9 φυλές βοοειδών, που αναφέρονταν πριν από 50-60 χρόνια, μόνο:
Από τις τουλάχιστον 40 φυλές προβάτων, που αναφέρονται τον 20ό αιώνα:
Στις αίγες, η εγχώρια ελληνική αίγα θεωρείται ότι υπάρχει ακόμη σε μεγάλους πληθυσμούς, αν και έχει δεχτεί τις τελευταίες δεκαετίες σημαντικές επιδράσεις από την εισαγωγή ξένου γενετικού υλικού. Ειδικά στις αίγες χρειάζεται συστηματική και επισταμένη διερεύνηση με σύγχρονες γενετικές μεθόδους των υφιστάμενων πληθυσμών της χώρας για το χαρακτηρισμό τους. Η αίγα Σκοπέλου και η αίγα Καρύστου βρίσκονται σε κανονική κατάσταση.
Ο κίνδυνος εξαφάνισης των αυτοχθόνων φυλών της χώρας μας αυξάνεται κάθε χρόνο, αν και τα τελευταία τριάντα χρόνια εφαρμόζονται προγράμματα διάσωσης και διατήρησης σπανίων φυλών, χρηματοδοτούμενα κυρίως από πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς όμως να έχουν επιτύχει σε μεγάλο βαθμό. Τα μεγαλύτερα προβλήματα για τη διατήρηση των ελληνικών φυλών είναι οι ανεξέλεγκτες διασταυρώσεις που πραγματοποιούνται από τους εκτροφείς τους, το μικρό μέγεθος των εκτροφών, που καθιστά δύσκολο τον έλεγχο της ομομειξίας και της γενετικής παρέκκλισης, και κυρίως η ευρέως διαδεδομένη άποψη στους κτηνοτρόφους ότι στην εποχή μας παρουσιάζουν μικρή οικονομική σημασία. Σε όλο τον κόσμο, η ανάδειξη της οικονομικής σημασίας μιας φυλής οδηγεί στην αυτοδιατήρησή της.
Οι δραματικές αλλαγές που εξελίσσονται στην οικονομία και την κοινωνία τόσο παγκόσμια όσο και στη χώρα μας, σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, που πιθανότατα θα εντείνονται τα αμέσως προσεχή χρόνια, αποτελούν ευκαιρία να δούμε με άλλη οπτική τη μορφή της κτηνοτροφίας που θέλουμε και μπορούμε να αναπτύξουμε στο μέλλον.
Σε αυτό το πλαίσιο, είναι πολύ πιθανό να αλλάξει πολύ σύντομα και η αξία των αυτοχθόνων ελληνικών φυλών, όπως δείχνουν παραδείγματα φυλών (πρόβατα Χίου, Ελληνικός Βούβαλος, Μαύρος χοίρος) οι οποίες ήταν στα όρια εγκατάλειψης, αλλά στη συνέχεια απέκτησαν σημαντική οικονομική αξία.
Η διάσωση του εγχώριου γενετικού δυναμικού ίσως είναι σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, τόσο αναγκαία όσο και επείγουσα.
Άλλα άρθρα από την ίδια ενότητα.