Η ελιά επιβιώνει από την ξηρασία πολύ πιο εύκολα από τις περισσότερες καλλιέργειες, γιατί τα φύλλα της αντέχουν τιμές υδατικού δυναμικού που θα σκότωναν άλλα φυτά. Η παραγωγή της όμως δεν αντέχει εξίσου, και σε έναν ξερικό ή μισοποτιστικό ελαιώνα το ερώτημα σε χρονιά ξηρασίας είναι σε ποιες φάσεις το λίγο νερό που υπάρχει δίνει τη μεγαλύτερη διαφορά στη σοδειά.
Σε περιόδους έντονης ξηρασίας έχει παρατηρηθεί απώλεια του μεγαλύτερου μέρους των ανθέων ή των καρπών, γιατί η άνθηση και η καρπόδεση είναι πολύ ευαίσθητες στο υδατικό έλλειμμα. Σε χρονιά με ξηρό χειμώνα και ξηρή άνοιξη, το πότισμα πριν και κατά την άνθηση είναι η πρώτη προτεραιότητα, πριν από κάθε άλλη χρήση του νερού.
Όταν στην ίδια φάση προστίθεται ζέστη, πάνω από τους 30°C μειώνεται η βλάστηση της γύρης και η καρπόδεση, και πάνω από τους 35°C τα άνθη μπορεί να νεκρωθούν ολοκληρωτικά, οπότε ένα δέντρο που ανθίζει διψασμένο μέσα σε καύσωνα χάνει διπλά.
Η ανθική επαγωγή γίνεται όλο το καλοκαίρι και στις αρχές του φθινοπώρου, και το υδατικό στρες εκείνη την περίοδο επηρεάζει την άνθηση της επόμενης χρονιάς. Ένα καλοκαίρι χωρίς νερό μπορεί επομένως να μειώσει δύο σοδειές, την τρέχουσα μέσω του καρπού και την επόμενη μέσω των ανθέων που δεν θα σχηματιστούν.
Τα πρώτα στάδια σχηματισμού του καρπού αντέχουν μέτριο υδατικό στρες χωρίς να μειωθεί η μελλοντική συσσώρευση λαδιού. Όταν το νερό δεν φτάνει για όλη τη σεζόν, αυτή είναι η φάση όπου μπορεί να περιοριστεί, ώστε να μείνει νερό για την άνθηση και για το τέλος του καλοκαιριού.

Πράσινοι καρποί ελιάς στο κλαδί, με ξερό χωράφι στο βάθος.
Μετά από μήνες ξηρασίας, οι ρίζες της ελιάς απορροφούν νερό αμέσως μόλις βρέξει ή ποτιστεί το κτήμα, και οι φθινοπωρινές βροχές δίνουν στο δέντρο γρήγορη ανάκαμψη. Σε έντονη ξηρασία όμως τα αγγεία του ξύλου χάνουν τη λειτουργία τους, και η ζημιά αυτή δεν αποκαθίσταται πάντα, με επίδραση στη βλάστηση και στην παραγωγή των επόμενων χρόνων.
Σε παράκτιους ελαιώνες το νερό των γεωτρήσεων είναι συχνά υφάλμυρο. Η ελιά μπορεί να ποτιστεί με νερό ηλεκτρικής αγωγιμότητας έως 5 dS/m, ή έως 10 dS/m στις ανθεκτικές ποικιλίες, με την προϋπόθεση ότι η ποσότητα του νερού ξεπερνά τις ανάγκες του δέντρου ώστε να ξεπλένονται τα άλατα από το ριζόστρωμα. Η στάγδην άρδευση υψηλής συχνότητας κρατά το έδαφος σταθερά υγρό, και για τα συχνά ποτίσματα οι αυτοματισμοί άρδευσης διευκολύνουν πολύ τη διαχείριση.
Το ασβέστιο στο νερό της άρδευσης εμποδίζει τη μεταφορά του νατρίου από τη ρίζα στο υπέργειο και προλαμβάνει την τοξικότητα, ενώ το χλώριο δεν αποτελεί πρόβλημα για την ελιά. Πριν από τη χρήση υφάλμυρου νερού, μια ανάλυση νερού και εδάφους δείχνει την αγωγιμότητα και τον λόγο προσρόφησης νατρίου, και για την ένταξη του ασβεστίου στο πότισμα χρησιμοποιούνται υδατοδιαλυτά κρυσταλλικά λιπάσματα.
Η Κορωνέικη και η Χαλκιδικής κατατάσσονται στις ποικιλίες ελιάς που αντέχουν στην ξηρασία, η Αμφίσσης και η Τσουνάτη στις μέτρια ανθεκτικές, ενώ η Καλαμών, η Λιανολιά Κερκύρας και η Θρουμπολιά θέλουν εδαφική υγρασία. Στην Καλαμών ειδικά η έλλειψη νερού πληρώνεται στο μέγεθος του καρπού και άρα στην τιμή.
|
Ό,τι χρειάζεται το πότισμα του ελαιώνα στο Farmclick Αρδευτικά για στάγδην άρδευση, αυτοματισμοί άρδευσης για συχνά ποτίσματα και κρυσταλλικά λιπάσματα για υδρολίπανση, από προμηθευτές σε όλη την Ελλάδα. |
Πριν και κατά την άνθηση, γιατί η άνθηση και η καρπόδεση είναι οι πιο ευαίσθητες φάσεις στην έλλειψη νερού. Το καλοκαίρι και οι αρχές του φθινοπώρου είναι η δεύτερη κρίσιμη περίοδος, γιατί τότε σχηματίζονται τα άνθη της επόμενης χρονιάς.
Η ανθική επαγωγή γίνεται το καλοκαίρι και στις αρχές του φθινοπώρου, και το υδατικό στρες εκείνης της περιόδου μειώνει την άνθηση της επόμενης άνοιξης.
Ναι, με νερό αγωγιμότητας έως 5 dS/m και έως 10 dS/m στις ανθεκτικές ποικιλίες, αρκεί να δίνεται αρκετό νερό για να ξεπλένονται τα άλατα και η άρδευση να είναι στάγδην και συχνή. Η ανάλυση του νερού πριν από τη χρήση είναι απαραίτητη.
Στον κατάλογο του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιολάδου η Καλαμών χαρακτηρίζεται ανθεκτική, η Αμφίσσης, η Κορωνέικη και η Μαστοειδής μέτρια ανθεκτικές και η Χαλκιδικής ευαίσθητη.
Πάνω από τους 30°C στην άνθηση μειώνεται η καρπόδεση, και πάνω από τους 35°C τα άνθη μπορεί να νεκρωθούν. Μετά την καρπόδεση το δέντρο αντέχει καλύτερα τις υψηλές θερμοκρασίες.
Οι ρίζες απορροφούν νερό αμέσως μόλις βρέξει, και η ανάκαμψη μετά τις φθινοπωρινές βροχές είναι γρήγορη. Σε πολύ έντονη ξηρασία όμως μέρος των αγγείων του ξύλου χάνει μόνιμα τη λειτουργία του, με συνέπειες και στις επόμενες χρονιές.
Κάθε φυτό και κάθε περιβάλλον είναι μοναδικό. Οι συνθήκες διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με την περιοχή, την έκθεση, την ποιότητα του νερού, το pH του εδάφους και τη γενικότερη υγεία του φυτού. Οι παραπάνω οδηγίες είναι γενικές και αποτελούν αφετηρία.
Εάν υποψιάζεστε σοβαρή τροφοπενία ή ασθένεια που δεν αντιμετωπίζεται με τις βασικές πρακτικές, συνιστάται η επικοινωνία με γεωπόνο για ακριβή διάγνωση.
Η χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων πρέπει να γίνεται με προσοχή και υπευθυνότητα. Προτιμήστε πάντα μη χημικές μεθόδους πρώτα (φυσικές πρακτικές, πράσινο σαπούνι, θερινός πολτός). Όταν χρειαστεί χημική παρέμβαση, χρησιμοποιήστε μόνο εγκεκριμένα προϊόντα και τηρήστε τις οδηγίες της συσκευασίας.
Άλλα άρθρα από την ίδια ενότητα.