Ο παραγωγός Μεγαρείτικης, ή Μεγαρίτικης, αποφασίζει κάθε χρονιά αν ένα μέρος του καρπού θα γίνει πράσινη τσακιστή, αν θα μείνει στο δέντρο για μαύρη πατητή ή αν θα πάει όλο στο ελαιοτριβείο. Η ποικιλία το επιτρέπει επειδή είναι διπλής χρήσης, με καρπό που αγροτικά δημοσιεύματα προορίζουν τόσο για πράσινες τσακιστές όσο και για μαύρες πατητές (Οικονομικός Ταχυδρόμος, 2022). Η επιλογή κρίνεται από τέσσερα στοιχεία, το στάδιο ωρίμανσης, την κατάσταση του καρπού, την απόδοση σε λάδι και την ποιότητα που στοχεύει ο παραγωγός.
Η τσακιστή φτιάχνεται από πράσινο, σφιχτό καρπό, οπότε η συγκομιδή γίνεται πριν ο καρπός αρχίσει να αλλάζει χρώμα. Το ΓΠΑ δίνει για τη Μεγαρείτικη σχέση σάρκας προς πυρήνα 9 προς 1, την υψηλότερη ανάμεσα στις μεσόκαρπες ποικιλίες της ίδιας καταγραφής (ΓΠΑ), και αυτή η παχιά σάρκα είναι ο λόγος που η ποικιλία προτιμάται για βρώση. Επειδή ο καρπός ποικίλλει πολύ σε μέγεθος και σχήμα (Οικονομικός Ταχυδρόμος, 2022), η διαλογή στο χωράφι ξεχωρίζει τους μεγαλύτερους, άθικτους καρπούς για τσακιστές και στέλνει τους υπόλοιπους για λάδι.
Ο καρπός για βρώση συλλέγεται με προσοχή, με το χέρι ή με εργαλεία συγκομιδής που δεν τον τραυματίζουν, γιατί κάθε χτύπημα φαίνεται στο τελικό προϊόν.
Η Μεγαρείτικη χαρακτηρίζεται ευαίσθητη στον δάκο (Wikifarmer), και για τις τσακιστές το τσίμπημα υποβαθμίζει τον καρπό ακόμη και όταν η προνύμφη δεν έχει αναπτυχθεί. Σε χρονιά με υψηλή πίεση δάκου, το ποσοστό των καρπών που είναι κατάλληλοι για βρώση πέφτει, και μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής καταλήγει στο ελαιοτριβείο.
Για όποιον σχεδιάζει να κρατήσει μέρος της παραγωγής για τσακιστές, η προστασία ξεκινά από το καλοκαίρι με παρακολούθηση του πληθυσμού με παγίδες και, όπου το όριο επέμβασης ξεπεραστεί, με εγκεκριμένα εντομοκτόνα ή με σκευάσματα από τα βιολογικά φυτοπροστατευτικά, σύμφωνα με τα δελτία γεωργικών προειδοποιήσεων της περιοχής.
Η μαύρη πατητή φτιάχνεται από ώριμο καρπό, οπότε ο παραγωγός που τη στοχεύει αφήνει τα δέντρα να φτάσουν στο τελικό σκούρο χρώμα. Η παραμονή του καρπού στο δέντρο αυξάνει όμως και την έκθεση στον δάκο και στον καιρό του φθινοπώρου, οπότε η επιλογή αυτή ταιριάζει σε ελαιώνες με καλή φυτοπροστασία και χαμηλή πίεση εχθρών.
Σε σύγκριση Μεγαρείτικης και Κορωνέικης, η ωρίμανση μείωσε τις φαινολικές ενώσεις και τις τοκοφερόλες του λαδιού και στις δύο ποικιλίες (Katsoyannos κ.ά., 2015). Η πρώιμη συγκομιδή δίνει επομένως λάδι πλουσιότερο σε φαινολικές ενώσεις, ενώ η όψιμη δίνει περισσότερο λάδι ανά κιλό καρπού, και ο παραγωγός διαλέγει ανάμεσα στα δύο ανάλογα με το πού θα πουλήσει το λάδι.
Για την ποσότητα, το ΓΠΑ δίνει ελαιοπεριεκτικότητα 21% του βάρους (ΓΠΑ), ενώ αγροτικά δημοσιεύματα αναφέρουν γύρω στο 25%, που με εντατικότερη καλλιέργεια φτάνει το 30% (Οικονομικός Ταχυδρόμος, 2022). Οι δύο τιμές δεν συγκρίνονται άμεσα, γιατί οι δεύτερες δεν αναφέρουν μέθοδο μέτρησης ή στάδιο ωρίμανσης, και για έναν συγκεκριμένο ελαιώνα ο αξιόπιστος οδηγός είναι οι αποδόσεις που καταγράφει το ελαιοτριβείο από χρονιά σε χρονιά.
Ο καρπός για βρώση χρειάζεται μέγεθος και καλή σάρκα, και αυτά κρίνονται πολύ πριν από τη συγκομιδή, από τη θρέψη και το νερό του καλοκαιριού. Η Μεγαρείτικη καλλιεργείται συχνά ως ξερική και δίνει υψηλή παραγωγή όταν δέχεται στοιχειώδεις καλλιεργητικές φροντίδες (Οικονομικός Ταχυδρόμος, 2022), οπότε ένα πρόγραμμα με λιπάσματα βάσει εδαφολογικής ανάλυσης αυξάνει τις πιθανότητες να βγει καρπός κατάλληλος για τσακιστές.
|
Ό,τι χρειάζεται η σεζόν της Μεγαρείτικης στο Farmclick Εγκεκριμένα εντομοκτόνα και βιολογικά φυτοπροστατευτικά για τον δάκο, εργαλεία συγκομιδής για λάδι και τσακιστές και λιπάσματα για τη θρέψη, από προμηθευτές σε όλη την Ελλάδα. |
Το ΓΠΑ δίνει ελαιοπεριεκτικότητα 21% του βάρους, δηλαδή θεωρητικά λίγο κάτω από πέντε κιλά ελιές για ένα κιλό λάδι. Αγροτικά δημοσιεύματα αναφέρουν γύρω στο 25%, χωρίς όμως μέθοδο μέτρησης, οπότε η πραγματική απόδοση κρίνεται στο ελαιοτριβείο.
Επίσημες μετρήσεις ανά δέντρο δεν υπάρχουν για την ποικιλία. Οι παραγωγοί της Αττικής και της Κορινθίας την εκτιμούν από την εμπειρία τους, με μεγάλες διαφορές ανάλογα με την ηλικία του δέντρου, την άρδευση και τη χρονιά.
Η Κορωνέικη έχει υψηλότερη ελαιοπεριεκτικότητα, 27% έναντι 21% στην ίδια πηγή (ΓΠΑ), και καλύτερη αντοχή στη βερτισιλλίωση. Η Μεγαρείτικη αντέχει περισσότερο στο ψύχος και δίνει και βρώσιμη ελιά, οπότε ταιριάζει σε ημιορεινές θέσεις και σε όποιον θέλει ευελιξία ανάμεσα σε λάδι και τσακιστές.
Σε τεχνητή μόλυνση νεαρών φυτών από το ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ νεκρώθηκε το 80% των φυτών μέσα σε 140 ημέρες, με τη Μεγαρείτικη να κατατάσσεται συνολικά ενδιάμεση (Markakis κ.ά., 2022). Σε χωράφια με ιστορικό βερτισιλλίωσης ή μετά από βαμβάκι, πατάτα, τομάτα και άλλες ευπαθείς καλλιέργειες η φύτευσή της αποφεύγεται.
Ως Μεγάρων, Λαδολιά, Περαχωρίτικη και Βοβοδίτικη (OleaDB). Το όνομα Λαδολιά χρησιμοποιείται και για την Κορωνέικη και τη Λιανολιά Κερκύρας, οπότε στο φυτώριο η ποικιλία επιβεβαιώνεται ως Μεγαρείτικη ή Μεγάρων.
Όσο ο καρπός είναι ακόμη πράσινος και σφιχτός, πριν αρχίσει να αλλάζει χρώμα. Επίσημο ημερολόγιο συγκομιδής δεν υπάρχει για την ποικιλία, οπότε η ημερομηνία κρίνεται από την εικόνα του καρπού σε κάθε περιοχή. Περισσότερα για την ποικιλία συγκεντρώνει ο οδηγός για τη Μεγαρείτικη ελιά του Wikifarmer.
Κάθε φυτό και κάθε περιβάλλον είναι μοναδικό. Οι συνθήκες διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με την περιοχή, την έκθεση, την ποιότητα του νερού, το pH του εδάφους και τη γενικότερη υγεία του φυτού. Οι παραπάνω οδηγίες είναι γενικές και αποτελούν αφετηρία.
Εάν υποψιάζεστε σοβαρή τροφοπενία ή ασθένεια που δεν αντιμετωπίζεται με τις βασικές πρακτικές, συνιστάται η επικοινωνία με γεωπόνο για ακριβή διάγνωση.
Η χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων πρέπει να γίνεται με προσοχή και υπευθυνότητα. Προτιμήστε πάντα μη χημικές μεθόδους πρώτα (φυσικές πρακτικές, πράσινο σαπούνι, θερινός πολτός). Όταν χρειαστεί χημική παρέμβαση, χρησιμοποιήστε μόνο εγκεκριμένα προϊόντα και τηρήστε τις οδηγίες της συσκευασίας.
Άλλα άρθρα από την ίδια ενότητα.