Στο ράφι ενός γεωργικού καταστήματος στέκουν δίπλα δίπλα προϊόντα που ονομάζονται διαβρέκτες, προσκολλητικά, βελτιωτικά δράσης, ρυθμιστές pH και επιφανειοδραστικά. Αρκετά κάνουν το ίδιο πράγμα με διαφορετικό όνομα, ενώ άλλα λύνουν τελείως άλλο πρόβλημα.
Η επιλογή γίνεται σωστά μόνο όταν ξέρουμε ποιο πρόβλημα έχουμε.
Ο γενικός όρος είναι πρόσθετα ψεκασμού ή βοηθητικές ουσίες, διεθνώς adjuvants. Στην ελληνική αγορά κυκλοφορούν και ως βελτιωτικά δράσης.
Πρόκειται για ουσίες που δεν έχουν οι ίδιες φυτοπροστατευτική δράση, αλλά μεταβάλλουν τη συμπεριφορά του ψεκαστικού υγρού ώστε η δραστική ουσία να φτάσει στον στόχο και να παραμείνει εκεί.
| Κατηγορία | Τι πρόβλημα λύνει |
| Διαβρέκτες | Η σταγόνα συσπειρώνεται και κυλά αντί να απλωθεί, ιδίως σε κηρώδη φύλλα |
| Προσκολλητικά | Το σκεύασμα ξεπλένεται από βροχή, δροσιά ή άρδευση |
| Διεισδυτικά | Η δραστική δυσκολεύεται να περάσει την εφυμενίδα |
| Ρυθμιστές pH και σκληρότητας | Το νερό διασπά ή δεσμεύει τη δραστική μέσα στο βυτίο |
| Αντιδιασκορπιστικά | Το νέφος παρασύρεται από τον άνεμο σε γειτονικές καλλιέργειες |
| Αντιαφριστικά | Ο αφρός στο βυτίο εμποδίζει το γέμισμα και τη σωστή δοσολογία |
Πολλά εμπορικά προϊόντα συνδυάζουν δύο ή τρεις λειτουργίες. Ένα σκεύασμα μπορεί να δηλώνεται ταυτόχρονα ως διαβρέκτης, προσκολλητικό και αντιαφριστικό.
Ο διαβρέκτης μειώνει την επιφανειακή τάση ώστε η σταγόνα να απλωθεί αντί να κυλήσει. Χρειάζεται κυρίως σε κηρώδη και σκληρόφυλλα είδη, με τα οργανοπυριτικά να απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή, καθώς πάνω από συγκέντρωση 0,1% η ζημιά στον φυλλικό ιστό και ο κίνδυνος για τις μέλισσες γίνονται υπολογίσιμα.
Το προσκολλητικό σχηματίζει φιλμ που κρατά το σκεύασμα στην επιφάνεια. Επειδή περίπου 25 χιλιοστά βροχής απομακρύνουν το μισό υπόλειμμα ενός προστατευτικού μυκητοκτόνου, η αντοχή στη βροχή διαφέρει σημαντικά ανά τύπο προσκολλητικού και ανά καλλιέργεια.
Το διεισδυτικό διευκολύνει τη δίοδο της δραστικής μέσα από την εφυμενίδα. Η δράση του εξαρτάται από το είδος του φυτού, οπότε ένα σκεύασμα που αποδίδει σε μια καλλιέργεια μπορεί να μην κάνει τίποτα σε άλλη. Χρησιμοποιείται κυρίως με διασυστηματικά σκευάσματα και σε συνθήκες όπου η εφυμενίδα είναι συμπιεσμένη από παρατεταμένη ξηρασία.
Η κατηγορία αυτή δεν δρα στο φύλλο αλλά μέσα στο βυτίο, και αντιμετωπίζει δύο διαφορετικά προβλήματα που συχνά συγχέονται.
Το αλκαλικό νερό διασπά χημικά ορισμένες δραστικές, με τα οργανοφωσφορικά και τα καρβαμιδικά να είναι τα πιο ευαίσθητα. Το σκληρό νερό δεσμεύει τα μόρια των ζιζανιοκτόνων ασθενούς οξέος μέσω ασβεστίου και μαγνησίου.
Το πρώτο αντιμετωπίζεται με ρυθμιστή pH και το δεύτερο με θειική αμμωνία. Επειδή ο ρυθμιστής pH δεν απομακρύνει τα κατιόντα του ασβεστίου και του μαγνησίου, το κάθε πρόβλημα του νερού θέλει τη δική του λύση, με διαφορετικά όρια και δοσολογίες.
Η διασπορά του ψεκαστικού νέφους, γνωστή και ως παράσυρση, αφορά τα πολύ μικρά σταγονίδια που παρασύρονται από τον άνεμο. Ως όριο θεωρούνται διεθνώς τα σταγονίδια κάτω από 150 μικρόμετρα, τα οποία έχουν τόσο μικρή μάζα ώστε να μένουν αιωρούμενα.
Το σκεύασμα που παρασύρεται είναι χαμένο κόστος. Ταυτόχρονα μπορεί να προκαλέσει ζημιά σε γειτονικές καλλιέργειες, ιδίως όταν πρόκειται για ζιζανιοκτόνο, ενώ δημιουργεί και ζήτημα συμμόρφωσης, καθώς οι ετικέτες ορίζουν ζώνες ασφαλείας από επιφανειακά ύδατα και κατοικημένες περιοχές.
Τα αντιδιασκορπιστικά είναι πολυμερή μεγάλου μοριακού βάρους. Προσθέτοντάς τα, αυξάνεται το ιξώδες του διαλύματος και το υγρό αντιστέκεται στη διάσπαση σε λεπτό νέφος καθώς βγαίνει από το ακροφύσιο. Το αποτέλεσμα είναι μεγαλύτερα σταγονίδια, με μεγαλύτερη μάζα, που πέφτουν αντί να αιωρούνται.
Στην αγορά κυκλοφορούν κυρίως πολυακρυλαμίδια, τα οποία αποτελούν και το πρότυπο της κατηγορίας, καθώς και σκευάσματα με βάση γκουάρ, λεκιθίνη, πολυαιθυλενοξείδιο ή πολυβινυλοπυρρολιδόνη.
Υπάρχει ένας περιορισμός που δεν αναγράφεται συνήθως στη συσκευασία και ακυρώνει σταδιακά την προστασία.
Τα πολυμερή αυτά είναι εξαιρετικά ευαίσθητα στη διάτμηση, δηλαδή στις μηχανικές καταπονήσεις που δέχεται το υγρό περνώντας από την αντλία, τους ρυθμιστές ροής και τα ακροφύσια. Κάθε φορά που το διάλυμα ανακυκλοφορεί για ανάδευση, το μόριο του πολυμερούς σπάει και το ιξώδες πέφτει.
Οι μετρήσεις το δείχνουν καθαρά. Σε δοκιμές ανακυκλοφορίας, η διάμεση διάμετρος των σταγονιδίων με πολυακρυλαμίδιο ξεκίνησε γύρω στα 428 μικρόμετρα και έπεσε κάτω από 280 μέσα σε λίγα λεπτά. Σκευάσματα με βάση το γκουάρ, στις ίδιες συνθήκες, παρέμειναν σταθερά γύρω στα 410 έως 424 μικρόμετρα.
Στην πράξη, ένα βυτίο που ανακυκλοφορεί επί μισή ώρα πριν ξεκινήσει ο ψεκασμός μπορεί να έχει χάσει το μεγαλύτερο μέρος της αντιδιασκορπιστικής προστασίας που πληρώσατε.
Τα αντιδιασκορπιστικά λειτουργούν συμπληρωματικά και δεν υποκαθιστούν τα υπόλοιπα μέτρα. Το μέγεθος των σταγονιδίων καθορίζεται πρωτίστως από τον τύπο του ακροφυσίου και την πίεση εργασίας.
Τα ακροφύσια αντιδιασποράς, γνωστά και ως ακροφύσια εισαγωγής αέρα, παράγουν εξαρχής μεγαλύτερα σταγονίδια και έχουν μεγαλύτερη επίδραση από κάθε πρόσθετο. Το ίδιο ισχύει για τη μειωμένη πίεση, το χαμηλό ύψος της μπάρας και κυρίως για την αποφυγή ψεκασμού με άνεμο.
Ο αφρός δημιουργείται μέσα στο βυτίο από την ανάδευση, ιδίως όταν το διάλυμα περιέχει επιφανειοδραστικές ουσίες. Όσο πιο έντονη η ανάδευση και όσο περισσότερα τα επιφανειοδραστικά, τόσο μεγαλύτερο το πρόβλημα.
Οι συνέπειες δεν είναι μόνο ενοχλητικές. Το βυτίο δείχνει γεμάτο ενώ δεν είναι, οπότε η δοσολογία βγαίνει λάθος και η κάλυψη ανά στρέμμα αλλάζει. Ο αφρός ξεχειλίζει κατά το γέμισμα, με ό,τι αυτό σημαίνει σε έκθεση του χρήστη και σε ρύπανση του σημείου πλήρωσης. Παράλληλα δυσκολεύει την ίδια τη διάλυση των σκευασμάτων και επιβραδύνει το γέμισμα.
Τα σκευάσματα της κατηγορίας βασίζονται συνήθως σε σιλικόνες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το πολυδιμεθυλοσιλοξάνιο. Δρουν σπάζοντας το λεπτό υμένιο που συγκρατεί τις φυσαλίδες.
Χρησιμοποιούνται σε πολύ μικρές ποσότητες, συχνά μερικά χιλιοστόλιτρα ανά βυτίο, και η υπέρβαση της δόσης δεν βοηθά. Αρκετά σύνθετα βελτιωτικά δράσης της αγοράς περιλαμβάνουν ήδη αντιαφριστικό στη σύνθεσή τους, οπότε αξίζει να ελέγξετε την ετικέτα πριν αγοράσετε ξεχωριστό προϊόν.
Ένα μέτρο που δεν κοστίζει τίποτα είναι η θέση της επιστροφής ανάδευσης. Όταν το υγρό επιστρέφει στο βυτίο πέφτοντας από ψηλά, δημιουργεί πολύ περισσότερο αφρό από ό,τι όταν επιστρέφει κάτω από τη στάθμη του υγρού.
Οι δοσολογίες διαφέρουν σημαντικά ανά προϊόν και η ετικέτα υπερισχύει πάντα. Ενδεικτικά, στην ελληνική αγορά τα προσκολλητικά αναφέρονται συχνά σε 10 με 30 χιλιοστόλιτρα ανά 100 λίτρα ψεκαστικού υγρού, ενώ οι ρυθμιστές pH στοχεύουν τυπικά σε τιμή 5,5 με 6,5.
Για τα οργανοπυριτικά, το όριο του 0,1% λειτουργεί ως ανώτατο πρακτικό όριο ασφάλειας, πάνω από το οποίο αλλάζει ο μηχανισμός εισόδου στο φυτό.
Η υπέρβαση της δόσης δεν βελτιώνει το αποτέλεσμα. Αυξάνει την απορροή, τον κίνδυνο φυτοτοξικότητας και το κόστος.
Όταν χρησιμοποιούμε πρόσθετα, ακολουθούμε συγκεκριμένη σειρά.
Ξεκινάμε γεμίζοντας το βυτίο με νερό μέχρι τα δύο τρίτα και προσθέτουμε αμέσως τον ρυθμιστή pH ή τη θειική αμμωνία. Έτσι ρυθμίζεται η οξύτητα και δεσμεύονται τα άλατα του σκληρού νερού προτού μπει οποιοδήποτε σκεύασμα.
Έπειτα προσθέτουμε τα φυτοπροστατευτικά σκευάσματα, περιμένοντας κάθε φορά να διαλυθεί πλήρως το ένα πριν βάλουμε το επόμενο.
Στο τέλος, αφού έχουν διαλυθεί όλα, μπαίνουν οι διαβρέκτες, τα προσκολλητικά και τα παραφινικά ή φυτικά λάδια που χρησιμοποιούνται ως βοηθητικά. Το αντιαφριστικό μπαίνει επίσης αργά, ενώ το αντιδιασκορπιστικό προστίθεται όσο το δυνατόν αργότερα, ώστε να περιοριστεί ο χρόνος που θα δεχθεί καταπόνηση από την ανάδευση.
Αν αντιστραφεί αυτή η σειρά, το διάλυμα αφρίζει έντονα και τα σκευάσματα δυσκολεύονται να διαλυθούν. Ανάλογα με τη μορφή του καθενός, η σειρά ανάμειξης διαφέρει ανά τύπο σκευάσματος, από τους υδατοδιαλυτούς φακέλους μέχρι τα υδατοδιαλυτά λιπάσματα.
Πολλά φυτοπροστατευτικά προϊόντα περιέχουν ήδη επιφανειοδραστικές ουσίες στη σύνθεσή τους. Προσθέτοντας επιπλέον διαβρέκτη σε τέτοιο σκεύασμα δεν βελτιώνουμε την κάλυψη, αυξάνουμε όμως τον κίνδυνο φυτοτοξικότητας και την απορροή.
Η ετικέτα ορίζει αν απαιτείται βοηθητική ουσία, και συνήθως προσδιορίζει και τον τύπο. Ορισμένα σκευάσματα μάλιστα απαγορεύουν ρητά τη χρήση συγκεκριμένων προσθέτων.
Ξεκινάμε από το σύμπτωμα που βλέπουμε στο χωράφι.
Αν οι σταγόνες κυλούν από το φύλλο, χρειαζόμαστε διαβρέκτη. Αν αναμένεται βροχή ή ψεκάζουμε με χαλκό, χρειαζόμαστε προσκολλητικό. Αν το νερό είναι αλκαλικό ή σκληρό, χρειαζόμαστε ρυθμιστή pH ή θειική αμμωνία. Αν ψεκάζουμε κοντά σε γειτονικές καλλιέργειες, χρειαζόμαστε αντιδιασκορπιστικό και κατάλληλα ακροφύσια. Αν το βυτίο αφρίζει, χρειαζόμαστε αντιαφριστικό.
Αν δεν αντιμετωπίζουμε κανένα από τα παραπάνω και η ετικέτα δεν το ζητά, δεν χρειαζόμαστε τίποτα.
|
Πρόσθετα ψεκασμού στο Farmclick
Δες τους διαβρέκτες και προσκολλητικά, τις πρώτες ύλες λιπασμάτων όπου ανήκει η θειική αμμωνία, και ψεκαστικά με ακροφύσια αντιδιασποράς, από προμηθευτές όλης της Ελλάδας. |
Τι είναι τα πρόσθετα ψεκασμού; Ουσίες χωρίς δική τους φυτοπροστατευτική δράση, οι οποίες μεταβάλλουν τη συμπεριφορά του ψεκαστικού υγρού ώστε η δραστική να φτάσει στον στόχο και να παραμείνει εκεί. Κυκλοφορούν και ως βελτιωτικά δράσης ή βοηθητικές ουσίες.
Τι διαφορά έχει ο διαβρέκτης από το προσκολλητικό; Ο διαβρέκτης απλώνει τη σταγόνα μειώνοντας την επιφανειακή τάση. Το προσκολλητικό κρατά το σκεύασμα πάνω στο φύλλο και μειώνει την απόπλυση από βροχή ή άρδευση.
Πότε μπαίνει το πρόσθετο στο βυτίο; Οι ρυθμιστές pH και η θειική αμμωνία μπαίνουν πρώτα, μαζί με το νερό. Οι διαβρέκτες, τα προσκολλητικά και τα λάδια μπαίνουν τελευταία. Το αντιδιασκορπιστικό όσο το δυνατόν αργότερα, γιατί η ανάδευση το καταστρέφει.
Γιατί χάνει την αποτελεσματικότητά του το αντιδιασκορπιστικό; Επειδή τα πολυμερή στα οποία βασίζεται είναι ευαίσθητα στη διάτμηση. Η ανακυκλοφορία του υγρού μέσα από την αντλία σπάει τα μόρια και το ιξώδες πέφτει, οπότε τα σταγονίδια ξαναγίνονται μικρά.
Χρειάζεται πάντα πρόσθετο; Όχι. Πολλά σκευάσματα περιέχουν ήδη επιφανειοδραστικές ουσίες, ενώ ορισμένα απαγορεύουν ρητά συγκεκριμένα πρόσθετα. Η ετικέτα ορίζει τι απαιτείται.
Τι δόση βάζω; Ό,τι ορίζει η ετικέτα του συγκεκριμένου προϊόντος. Ενδεικτικά, τα προσκολλητικά αναφέρονται συχνά σε 10 με 30 χιλιοστόλιτρα ανά 100 λίτρα, ενώ η υπέρβαση της δόσης αυξάνει την απορροή και τον κίνδυνο φυτοτοξικότητας.
Χρειάζεται προσκολλητικό ο χαλκός; Ο χαλκός δρα προληπτικά και επιφανειακά, οπότε η αντοχή του στη βροχή καθορίζει τη διάρκεια προστασίας. Το προσκολλητικό μειώνει την απόπλυση, με τη δοσολογία και τη συμβατότητα να ορίζονται από τις ετικέτες και των δύο προϊόντων.
Οι δοσολογίες που αναφέρονται είναι ενδεικτικές και προέρχονται από εμπορικά σκευάσματα της αγοράς. Η ετικέτα κάθε προϊόντος υπερισχύει πάντα, τόσο για το πρόσθετο όσο και για το φυτοπροστατευτικό με το οποίο συνδυάζεται. Πριν από κάθε νέο συνδυασμό, ελέγχεται η συμβατότητα σε διαφανές δοχείο στις ίδιες αναλογίες με το βυτίο, και δοκιμάζεται σε περιορισμένη έκταση. Κατά την ανθοφορία λαμβάνονται μέτρα προστασίας των επικονιαστών, καθώς ορισμένα πρόσθετα έχουν καταγραφεί ως τοξικά για τις μέλισσες. Χρησιμοποιούνται μόνο εγκεκριμένα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, με πλήρη μέτρα προστασίας του χρήστη.
Άλλα άρθρα από την ίδια ενότητα.