Από το 23ο τεύχος του περιοδικού «Επί Γης» της Τράπεζας Πειραιώς, με θέμα «Θερμοκηπιακές καλλιέργειες».
Γράφει ο Σπύρος Κίντζιος, Πρύτανης Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών
Η Ελλάδα είναι μια παραδοσιακά αγροτική χώρα, έχοντας έναν σημαντικό πρωτογενή τομέα, στον οποίο δραστηριοποιούνται περισσότερες από 800.000 επιχειρήσεις υπό τη μορφή της γεωργικής εκμετάλλευσης. Σήμερα, η ελληνική γεωργία υφίσταται, ως συνέπεια και της γενικότερης οικονομικής κρίσης, τη μείωση της ζήτησης και τον περιορισμό των διαθέσιμων πόρων για τη στήριξη και την ανάπτυξή της. Παράλληλα, υφίσταται εντονότερα τις συνέπειες από την αστάθεια των αγορών, αλλά και τις επιπτώσεις από την κλιματική αλλαγή, που επιτείνει τη συχνότητα και σφοδρότητα ακραίων καιρικών συνθηκών, με αποτέλεσμα τον περιορισμό της απόδοσης των καλλιεργειών, την απώλεια παραγωγής και την περαιτέρω πτώση του αγροτικού εισοδήματος.
Δυστυχώς ο αγροτικός τομέας είναι ένας από τους οικονομικούς τομείς της χώρας που είναι λιγότερο προετοιμασμένος να αντεπεξέλθει στις δυσμενείς αρνητικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Το σύγχρονο μοντέλο αγροτικής παραγωγής δεν επιτάσσει, πλέον, μεγιστοποίηση της παραγωγής ή/και του κέρδους αλλά βιωσιμότητα του επιχειρηματικού μοντέλου απέναντι σε όλες τις ομάδες ενδιαφέροντος (πελάτες, προμηθευτές, επενδυτές, υπάλληλοι, θεσμικοί φορείς, κοινωνικό σύνολο).
Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών υπάρχουν αρκετοί λόγοι που ενισχύουν όλο και περισσότερο την παραγωγή προϊόντων σε ελεγχόμενες συνθήκες (Controlled Environment Agriculture). Κύριος εκφραστής της παραγωγής αυτής είναι οι θερμοκηπιακές καλλιέργειες. Στην Ελλάδα, ο τομέας των θερμοκηπιακών καλλιεργειών εξακολουθεί να είναι μια από τις πιο δυναμικές μορφές της πρωτογενούς μας παραγωγής και ταυτόχρονα να αποτελεί ένα σύστημα καλλιέργειας στο οποίο εφαρμόζονται άμεσα οι περισσότερες τεχνολογίες και τεχνικές γεωργίας ακριβείας και μπορεί να δώσει απαντήσεις/λύσεις στα προβλήματα που δημιουργεί η κλιματική αλλαγή.
Η ορθολογική διαχείριση του νερού στο θερμοκήπιο μπορεί να επιφέρει σημαντική μείωση στην κατανάλωση νερού ή διαφορετικά μεγαλύτερο συντελεστή αποτελεσματικότητας χρήσης νερού (water use efficiency), δηλαδή με 1 κυβικό νερού τι παραγωγή σε kg μπορούμε να συγκομίσουμε. Εφαρμόζοντας κλιμακωτά διαθέσιμες τεχνολογίες και λύσεις που ξεκινούν με την άρδευση και λίπανση της καλλιέργειας με βάση τις πραγματικές ανάγκες της στηριζόμενοι σε απλές κλιματικές μετρήσεις και σχετικά εργαλεία υπολογισμού απωλειών νερού από την καλλιέργεια (διαπνοή) και συνεχίζοντας με την υιοθέτηση υδροπονικών συστημάτων που μπορεί να είναι τελείως ανοιχτά, ημι-κλειστά και τελείως κλειστά (το σύνολο του απορρεόμενου νερού/θρεπτικού διαλύματος συλλέγεται και επαναχρησιμοποιείται), η αποτελεσματικότητα χρήσης νερού μπορεί να τετραπλασιαστεί σε σχέση με ένα σύστημα παραγωγής σε ανοιχτό αγρό.
Εάν εδώ κανείς υπολογίσει πως μαζί με το νερό εξοικονομούνται και λιπάσματα (λόγω της ανακύκλωσης του θρεπτικού διαλύματος στα Υδροπονικά συστήματα), η μείωση του κόστους παραγωγής αλλά και του περιβαλλοντικού αποτυπώματος του συστήματος είναι σημαντική. Προφανώς η διαχείριση των συστημάτων αυτών απαιτεί κάποιο βαθμό εξειδίκευσης και τεχνογνωσίας αλλά πλέον και στη χώρα μας υπάρχουν αρκετά ερευνητικά εργαστήρια που μπορούν να βοηθήσουν και να υποστηρίξουν επιστημονικά/συμβουλευτικά τέτοια εγχειρήματα στο αρχικό τους στάδιο.
Ακόμα και για θερμοκήπια που βρίσκονται στη Νότια Ελλάδα το κόστος θέρμανσης τη χειμερινή περίοδο εξακολουθεί να είναι ο σημαντικότερος και συχνά περιοριστικός παράγοντας για καλλιέργεια κηπευτικών την περίοδο αυτή ενώ για περιοχές της Βορείου Ελλάδας το κόστος αυτό μπορεί να φτάσει και το 40% του συνολικού κόστους παραγωγής.
Σε ό,τι αφορά τη θέρμανση των θερμοκηπίων, αν και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα μπορούσαν να έχουν σημαντικό μερίδιο ως καύσιμη ύλη, το ποσοστό χρήσης εξακολουθεί να παραμένει μικρό ενώ οι δυνατότητες χρήσης τους είναι σημαντικές. Πέρα από τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας η διαχείριση του μικροκλίματος κατά τη χειμερινή περίοδο μπορεί επίσης να επιφέρει σημαντική μείωση στην κατανάλωση ενέργειας. Πλέον υπάρχουν εργαλεία και στρατηγικές διαχείρισης του μικροκλίματος με βάση τις εξωτερικές κλιματικές συνθήκες και τους παραγωγικούς στόχους που τίθενται από τον παραγωγό που μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντική μείωση της ενέργειας χωρίς απώλειες στην παραγωγή (ποσοτικά και ποιοτικά).
Τέλος, υπάρχουν και τεχνολογικές λύσεις (θερμοκουρτίνες, ειδικά υλικά κάλυψης) οι οποίες επίσης συμβάλλουν στην εξοικονόμηση ενέργειας. Η έρευνα στο χώρο συνεχίζεται με σκοπό τη δημιουργία αυτόνομων ενεργειακά θερμοκηπίων, τα οποία για χώρες όπως η δική μας, με σημαντική ηλιοφάνεια για μεγάλο διάστημα του έτους, μπορούν να είναι λειτουργικά και βιώσιμα. Ήδη η τεχνολογία των αγροβολταϊκών, που μπορούν να ενσωματωθούν στην οροφή του θερμοκηπίου, αναπτύσσεται ταχέως και μπορεί να αποτελέσει μια ενεργειακά και περιβαλλοντικά αποδοτική λύση.
Πέρα από συστήματα ολοκληρωμένης παραγωγής που στηρίζονται στη σύγχρονη φυτοπροστασία και οδηγούν σε σημαντική μείωση των επιζήμιων εχθρών και ασθενειών, υπάρχουν και τεχνολογικές λύσεις η χρήση των οποίων μπορεί να μειώσει σημαντικά την ένταση προσβολής και τη χρήση χημικών φυτοπροστατευτικών ουσιών. Οι πλέον υποσχόμενες λύσεις είναι η χρήση των διχτύων εντομοστεγανότητας στα ανοίγματα του αερισμού και η χρήση φωτοεκλεκτικών υλικών κάλυψης. Η τοποθέτηση των διχτύων στα ανοίγματα φυσικού αερισμού μειώνει την είσοδο των εντόμων στο εσωτερικό του θερμοκηπίου αλλά παράλληλα, δρώντας και ως ένα πρόσθετο εμπόδιο στη ροή του αέρα στο εσωτερικό του θερμοκηπίου, μειώνει σημαντικά τον αερισμό των θερμοκηπίων, κάτι που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στο σχεδιασμό των ανοιγμάτων φυσικού αερισμού. Τα φωτοεκλεκτικά υλικά κάλυψης θερμοκηπίων, που απορροφούν την υπεριώδη ακτινοβολία (UV-A: 320-380nm, UV-B: 280-320nm), αποπροσανατολίζουν τα έντομα και μπορούν να μειώσουν σημαντικά τα επίπεδα προσβολής από αυτά.
Οι θερμοκηπιακές καλλιέργειες ως επιχείρηση, με τη χρήση καινοτόμων τεχνολογιών αλλά και στρατηγικών διαχείρισης της παραγωγής, είναι ένα σύστημα αγροτικής παραγωγής που απαντά στις περισσότερες προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής.
Η υιοθέτηση των τεχνολογιών μετριασμού των δυσμενών επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής από θερμοκηπιακές μονάδες μπορεί να οδηγήσει στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων με ελαχιστοποιημένο περιβαλλοντικό αποτύπωμα, ο προσδιορισμός του οποίου μπορεί να δώσει προστιθέμενη αξία και εξαγωγικό χαρακτήρα στα παραγόμενα προϊόντα είτε διεκδικώντας αυξημένη τιμή πώλησης είτε με τη διείσδυση σε νέες αγορές.
Πλέον υπάρχουν και τα σχετικά εργαλεία για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων με μέθοδο ανάλυσης κύκλου ζωής (LCA) και τον προσδιορισμό των διαδικασιών και διεργασιών που επιβαρύνουν, περιβαλλοντικά, περισσότερο την παραγωγή.
Άλλα άρθρα από την ίδια ενότητα.